Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

"Όαση" ντροπής και απελπισίας στην πόλη των Ιωαννίνων


Το άλλο πρόσωπο της πόλης των Ιωαννίνων
«Όαση» ντροπής και απελπισίας στην κεντρική πλατεία Ιωαννίνων
Δεκάδες άστεγοι βρήκαν καταφύγιο στο γιαπί…
Ένα αφιέρωμα στα Γιάννενα, αλλιώτικο από τα συνηθισμένα, φιλοξενεί το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, δείχνοντας το «άλλο πρόσωπο» της πόλης. Ο λόγος για τους άστεγους που… φιλοξενούνται στην «Όαση», το κεντρικότερο μέρος της πόλης, σημείο αναφοράς κάποτε για τους παλιούς Γιαννιώτες. Εκεί σήμερα μπορεί κανείς ν’ αντικρίσει κατάματα το δράμα της φτωχοποίησης πολλών συνανθρώπων μας, που πριν λίγο καιρό έχασαν την δουλειά τους και ταυτόχρονα τα σπίτια τους.
Καταφύγιο…
Καταφύγιο εκείνων που χτύπησε η ανεργία και τους άφησε χωρίς σπίτι και οικογένεια, έχει γίνει ένα παλιό κτίριο, το άλλοτε αναψυκτήριο-εστιατόριο «Όαση», το οποίο αποτελούσε σημείο αναφοράς για την πόλη των Ιωαννίνων τα περασμένα χρόνια. Ρούχα που ήταν κρεμασμένα σε μία αυτοσχέδια απλώστρα μέσα σ' ένα παρτέρι με θάμνους, στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, αποκάλυψαν τους άστεγους της πόλης. Στην Ήπειρο, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο χιλιάδες ανθρώπους, καθώς στην περιοχή καταγράφεται υψηλό ποσοστό ανεργίας που αγγίζει 30,5%. Η οικοδομική δραστηριότητα έχει καταρρεύσει σε ποσοστό 66,7, το πρώτο εξάμηνο του 2013 σε σχέση με την περασμένη χρονιά με αποτέλεσμα να πλήττονται και πολλά επαγγέλματα εργατοτεχνιτών που εξαρτώνται από αυτήν.
«Όαση» απελπισίας…
Στην «Όαση», η εικόνα σε αφήνει σιωπηλό. Είναι από τις φορές που τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν την εικόνα. Δύο νέοι άνθρωποι κάπνιζαν σκεπτικοί, καθισμένοι σε δύο ετοιμόρροπες καρέκλες. Πάνω από τα κεφάλια τους, κρεμόταν ένα κλουβί με μία καρδερίνα που έμοιαζε να τους κρατά συντροφιά. Πίσω τους έχασκε μία μεγάλη μισοφωτισμένη αίθουσα, όπου κάπου στο βάθος της διακρίνονταν κάποια στρώματα και λίγες κουβέρτες. Στο άκουσμα της λέξης δημοσιογράφος, σηκώθηκαν από την καρέκλα και με φωνή απόγνωσης και απελπισίας ο ένας από τους δύο λέει: «έλα να δεις την δυστυχία μας». Ήταν ο Νώντας Τ., ο οποίος όταν τελείωσε το έργο της Εγνατίας Οδού, όπου εργάστηκε για 12 χρόνια, βρέθηκε χωρίς δουλειά. Το παλιό κτίριο της πλατείας έγινε η δική του «όαση» απελπισίας. Τέσσερα χρόνια άνεργος, έχασε λόγω οικονομικών προβλημάτων και ανέχειας την οικογένεια του, με αποτέλεσμα να βρεθεί στον δρόμο. Όπως αναφέρει, όταν πριν 3 χρόνια βρήκε «στέγη» στο κτίριο, ήταν ο μοναδικός Έλληνας, γιατί εκεί τις νύχτες έβρισκαν κατάλυμα 50 Πακιστανοί παράνομοι μετανάστες. Μάλιστα θυμάται, ότι ένιωθε άβολα, γι' αυτό κοιμόταν έξω από ένα παράθυρο.
Από τα συσσίτια…
Τη συζήτηση, διακόπτει ένας 35χρονος άνδρας, που φτάνει με δύο σακούλες στα χέρια. Ήταν το φαγητό που εξασφάλισε για την οικογένειά του, από τα συσσίτια της Μητρόπολης και καθημερινά το μοιράζεται με τους άστεγους της πλατείας. Παρά την οικογενειακή του ανέχεια, ο Γιώργος, δεν προσπέρνα τη δυστυχία των άστεγων συμπολιτών του. Μπαίνοντας μέσα στους χώρους του κτιρίου, δύο μεγάλα πλαστικά απ' αυτά που χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν τις σκαλωσιές στις οικοδομές, χωρίζουν τα δωμάτια. Παλιά στρώματα και κουβέρτες, ξεθωριασμένα παπλώματα, κρεμάστρες με λιγοστά ρούχα στους τοίχους, μία τηλεόραση της 10ετίας του ’80, δύο μικρές κουζίνες με καμένα μάτια, χαρτόνια σκορπισμένα στο δάπεδο για την υγρασία, όλα «κουρέλια ζωής», που παραπέμπουν σε εικόνες και καταστάσεις τριτοκοσμικές.
Ο χειμώνας τρομάζει…
Για τουαλέτες, χρησιμοποιούν στο υπόγειο, ότι έχει απομείνει από εκείνες της επιχείρησης, ενώ για πλυθούν, ζεσταίνουν νερό σε έναν τενεκέ. Το κρύο του χειμώνα που έρχεται τους τρομάζει, γιατί το ένιωσαν, τα τρία τελευταία χρόνια και «δεν αντέχεται». Ο Γιάννης Κ., είχε μία καλή δουλειά όπως εξηγεί. Εργαζόταν σε μία οικοδομική εταιρεία, η οποία όμως, λόγω οικονομικής κρίσης έκλεισε. Έτσι, μέσα σε μία μέρα, βρέθηκε χωρίς δουλειά, αδύναμος να ανταποκριθεί στις ανάγκες της καθημερινότητας. Στη συνέχεια, έχασε το σπίτι του και άρχισε την περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης.
Μαζί με τον Νώντα και τον Γιάννη, ακόμη 8 έως 10 άστεγοι συμπολίτες τους, κάθε βράδυ βρίσκουν ένα στρώμα για να ξημερώσουν μέσα στο μισογκρεμισμένο κτίριο. Όπως λένε όλοι, ζητούν μία δουλειά, ένα μεροκάματο για να μπορέσουν να σταθούν και να συνεχίσουν τη ζωή του με αξιοπρέπεια.