Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Λουρονησίδα της Κορωνησίας στον Αμβρακικό Κόλπο


Λουρονησίδα της Κορωνησίας στον Αμβρακικό Κόλπο

Το ψαροχώρι της Κορωνησίας βρίσκεται στο κέντρο του Αμβρακικού κόλπου που φιλοξενεί τρία γραφικά νησιά (Κορωνησία, Πεθαμένο, Περανησί), τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με μικρές λουρονησίδες (μικρές πέτρες, χώμα, άμμο, κελύφη οστρακοειδών κ.α). Μια πελώρια λουρονησίδα, επάνω στην οποία έχει εδραιωθεί αυτοκινητόδρομος, συνδέει το νησί με το λόφο της Σαλαώρας και τον αρτινό εύφορο κάμπο, ενώ παράλληλα διαχωρίζει τηρηχόνερη λιμνοθάλασσα Λογαρού από το κύριο σώμα του Αμβρακικού.
Πως να φτάσουμε
- Η Κορωνησία απέχει ίση απόσταση από την Πρέβεζα, και Αμφιλοχία και Άρτα (με βαρκάκι η με αυτοκίνητο). Η διαδρομή με το αυτοκίνητο από την Άρτα προς Κωστακιοί , Κορωνησία και από Άρτα προς Πρέβεζα και Ιωάννινα λίγο πριν την διασταύρωση προς Ράχη και Κορωνησία. Πηγαίνοντας στα δεξιά σας θα έχετε το ποτάμι και αριστερά την λιμνοθάλασσα Λουγαρούνι. 
Ιστορικά
Ο Πρεβεζάνος σχολιαστής κ. Γεώργιος Μουστάκης, στα Πρεβεζιάνικα χρονικά, περίοδος Β' έτος 7ο, τεύχος 25, σελ. 40, μας πληροφορεί: «Στον Αμβρακικό ψαράδες ήταν μόνο οι  μπουρανέλοι της Πρέβεζας (Βενετοί κατακτητές από το νησί Μπουράνο της Βενετίας).Αργότερα, μερικοί αλιεργάτες, που δούλευαν στα ιβάρια, εγκαταστάθηκαν στην ακατοίκητη  Κορωνησία και έτσι σχηματίστηκε ένα ψαροχώρι στενά συνδεδεμένο με την Πρέβεζα. Τα τελευταία χρόνια ο Ο.Δ.Ε.Π μοίρασε δωρεάν στους κατοίκους όλη την περιουσία του νησιού, στο οποίο υπάρχουν 700 περίπου ελαιόδενδρα, που φυτεύτηκαν στα χρόνια της  Βενετοκρατίας 1718-1797». Στο νησί υπήρχε ιερά Μονή από τα μέσα του 7ου μ.Χ. αιώνα, ενώ ο Σεραφείμ Ξενόπουλος, στο βιβλίο του με τίτλο «Δοκίμιον ιστορικού περί Άρτης και Πρεβέζης», εν Αθήναις 1884, σελ. 321, αναφέρει ότι «Επί της χερσονιζούσης ταύτης νήσου Κορωνησίς, έκειτο πόλις αρχαία, Κορώνεια καλούμενη, όπου τα νυν, ίσως κείται η εν αυτή ιερά Μονή της Θεοτόκου. Την Κορωνησία την απαντάμε με την τοπωνυμία Κορακονησία, ονομασία που δόθηκε από την ύπαρξη πολλών κοράκων, πιθανότατα από την πληθώρα των Κορμοράνων που κατακλύζουν την περιοχή, ιδίως το Γαϊδαρονήσι και ληστεύουν την αλιευτική σοδειά των ψαράδων. Αργότερα επεκράτησε η τοπωνυμία Κορωνησία, πιθανότατα από την ξεχωριστή φυσική ομορφιά και υπεροχή της νησίδας αυτής έναντι των άλλων νησίδων της περιοχής, γιατί αυτή κατέχει το στέμμα, το διάδημα της ηγεμονίας των άλλοτε  Κορακονησίδων του Αμβρακικού». Το νησί γνώρισε μέρες προόδου κι ευημερίας από τον άφθονο αλιευτικό πλούτο των μεγάλων γειτονικών λιμνοθαλασσών της περιοχής, οι οποίες αποτελούσαν τα πλουσιότερα φυσικά ιχθυοτροφεία, όχι μόνον του Αμβρακικού, αλλά και του Ελλαδικού χώρου. Γρήγορα η πολιτεία εντόπισε τα μεγάλα πλεονεκτήματα και την προνομιούχο θέση του νησιού και φρόντισε να διευκολύνει συγκοινωνιακά με ασφαλή και γρήγορο δρόμο στεριανό συνδέοντάς το με επιμήκη λωρίδα ξηράς αρκετών χιλιομέτρων με τον άνετο δρόμο Άρτας Κορωνησίας. Επίσης κατασκεύασε μικρό γραφικό λιμανάκι στα δυτικά του νησιού για ασφαλή λιμενισμό των αλιευτικών και τουριστικών σκαφών, βοήθησε στον ευπρεπισμό της παραλίας, διευκόλυνε τους κατοίκους ν' απαλλαγούν από τις  ψαροκαλύβες και τους ενίσχυσε στην αλιευτική προσπάθειά τους.  Έτσι το γραφικό ψαροχώρι ανέβηκε πολιτιστικά σε όλους τους τομείς
Σημερα 
Συνεχίζοντας ξεκινά ο δρόμος μέσα στην θάλασσα δύο λουρίδες με θέα στο βάθος το νησί.  Το γραφικό λιμανάκι και την πανέμορφη μικρή λιμνοθάλασσα του Σακολετσίου, λίγα μέτρα μετά την είσοδο στο νησί, δίπλα από την κεντρική πλατεία, ασφαλίζει τις βάρκες των ψαράδων και τα μικρά τρεχαντήρια από κύματα
Ο δρόμος αυτός ,πριν φτιαχτή, ήταν με άμμο που στα κενά οι ψαράδες έκλειναν με παλούκια για να ανανεώνετε το νερό αλλά να μην φεύγουν τα ψάρια και έτσι να έχουν ένα φυσικό εκτροφείο που ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται Οι ξέρες ενώθηκαν και έγινε ο δρόμος. Μέχρι τότε το νησί επικοινωνούσε κυρίως με την Πρέβεζα με καΐκια ενώ δυσκολότερη ήταν η ένωση με την Άρτα διότι εκτός από την διαδρομή με το καΐκι έπρεπε να πάρουν και κάρο. 
Ο Αμβρακικός κόλπος έχει ιδιαιτέρα ψάρια εκτός των γνωστά ζουν εδώ η Γαρίδα του Αμβρακικού, η Σαρδέλα του Αμβρακικού, τα Μύδια και οι Κέφαλοι Κάποτε τα ψάρια ήταν άφθονα και γίνονταν εξαγωγή αλλά στης μέρες μας οι ντόπιοι ψαράδες έχουν πολύ δουλειά για λίγα κιλά. Από την μια οι ερασιτέχνες ψαράδες ή αυτοί που έχουν και καλλιέργειες που ψαρεύουν ασύστολα και από την άλλη οι αλλαγή του περιβάλλοντος . Η γαρίδα είχε μεγάλο πρόβλημα γιατί με το φράγμα που έφτιαξε η ΔΕΗ στη μεριά της Άρτας δεν μπαίνει πολύ οξυγόνο και γλυκό νερό στον κόλπο. Ακόμα και κάποιες βιομηχανίες τροφίμων (κοτόπουλα) δεν χρησιμοποιούν σωστά ως καθόλου τον βιολογικό καθαρισμό. 
Ανεβαίνοντας στο  πράσινο λοφίσκο ανάμεσα από γέρικες ελιές, απομεινάρια του περίφημου Βενετσιάνικου ελαιώνα, περάσαμε δίπλα από τα κτίσματα των κατοίκων που είναι άλλα απλά και απέριττα και άλλα εντυπωσιακά και γραφικά με κήπους με  λεμονοπορτοκαλιές, και μικρές χρωματιστές αυλές με τριανταφυλλιές, πασχαλιές, αγιοκλήματα, πανσέδες και ζουμπούλια, απολαύσαμε το άρωμα των λουλουδιών και την συναρπαστική θέα του Αμβρακικού. 
Το νησί πρωτοκατοικήθηκε από μοναχούς που έχτισαν την εκκλησία της Παναγίας πάνω σε απομεινάρι αρχαίας μονής του 7ου μ.Χ. αιώνα.. Μετά άρχισαν να έρχονται ψαράδες που έφτασαν τα 600 άτομα και σήμερα μόνιμοι κάτοικοι είναι 150. Ο μικρός ναός της Γέννησης της Θεοτόκου βρίσκεται στο λοφίσκο που δεσπόζει πάνω στο χωριό. Από σωσμένες γραπτές μαρτυρίες μαθαίνουμε ότι το μοναστήρι υπήρχε πριν το 1193 στα χρόνια δε της λατινοκρατίας και στις αρχές της τουρκοκρατίας (15ος και 16ος αιώνας) είχε πολλούς μοναχούς και γνώριζε μεγάλη ευμάρεια. Αργότερα όμως, για ποικίλους λόγους έπεσε σε μαρασμό, ώσπου στο τέλος του περασμένου αιώνα εγκαταλείφθηκε απ' τους μοναχούς κι ερημώθηκε, ωστόσο παρέμειναν ως σήμερα μάρτυρες της παλιάς ακμής του, ο ναός και το μικρό παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου σε απόσταση λίγων μέτρων ανατολικά του ναού ..
Κατά τον 18ο αιώνα προστέθηκε στη δυτική πλευρά του ναού ο ορθογώνιος ξυλόστεγος  νάρθηκας, και πιθανολογείται ότι κτίστηκε το ξεχωριστό κωδωνοστάσιο.
Κατά τον Σεραφείμ Ξενόπουλο πρόκειται για πανάρχαια μονή που ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα, οι νεότεροι όμως μελετητές Ορλάνδος και Βοκοτόπουλος, παίρνοντας ως κριτήριο τα στοιχεία τεχνικής της κατασκευής του ναού, τοποθετούν την ίδρυσή του περίπου τρεις αιώνες αργότερα, δηλαδή στο τέλος του 10ου αιώνα. άρα πρόκειται για έναν απ' τους παλαιότερους ναούς της βυζαντινής Άρτας
Το μνημείο στη μακραίωνη παρουσία του γνώρισε κατά καιρούς πολλές αλλαγές ώσπου κατέληξε στο σημερινό του σχήμα. Η κυριότερη μετασκευή -για την οποία θα γίνει ιδιαίτερος λόγος- έγινε το 1670. Σημαντικές αλλοιώσεις στην όψη του μνημείου προκλήθηκαν το 19ο αιώνα, και συγκεκριμένα κατά την ανακαίνιση του ναού το 1870. Σήμερα ο ναός λειτουργεί ως ενοριακός.
Ανάμεσα την εκκλησία της Παναγίας και το ναό του Οσίου Ονουφρίου, υπάρχει το κλειδωμένο διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου και το ερειπωμένο κτίριο του παλιού ελαιοτριβείου Σε ένα τοίχο του Σχολείου υπάρχουν τα γραμματοκιβώτια του Ελληνικού Ταχυδρομείου
Στην αυλή πίσω από την εκκλησία της Παναγίας μέσα στο χορτάρι ένα οδοντωτό αέτωμα
Το παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου 
Πρόκειται για πολύ μικρή θολωτή βασιλική της οποίας τα αετώματα στην ανατολική και δυτική πλευρά υπερυψώνονται απ' τη δικλινή κεραμωτή στέγη για λόγους αισθητικής. Τιμάται στη μνήμη του μοναχού Ονουφρίου που ασκήτεψε εκεί ως την κοίμηση του (το 1780) και ενταφιάστηκε στο εσωτερικό του ναΐσκου. Ως προς το χρόνο κατασκευής του παρεκκλησίου δε γνωρίζουμε αν το ίδρυσε ο ίδιος ο Όσιος Ονούφριος ή αν πρόκειται για παλαιότερο κτίσμα, το οποίο επειδή συνδέθηκε με τη ζωή του Οσίου πήρε και το όνομά του. Πιθανότερη είναι η δεύτερη εκδοχή και μάλιστα χωρίς να αποκλείεται η βυζαντινή προέλευσή του. Στην τοιχοποιία του χρησιμοποιήθηκαν ακανόνιστοι λίθοι και πλίνθοι με μόνη εξωτερική διακόσμηση μια οδοντωτή ταινία στα γείσα των αετωμάτων. Το κιονοστήρικτο υπόστεγο είναι σύγχρονη κατασκευή.  Εσωτερικά το εκκλησάκι είναι κατάμεστο από τοιχογραφίες με εμφανή τα τραύματα όχι τόσο του χρόνου όσο της κακοήθειας μερικών νεοελλήνων που χάραξαν πάνω στις εικόνες ονόματα και χρονολογίες, αυτοσυστήνοντας μ' αυτό το τρόπο τον βανδαλισμό τους. Οι τοιχογραφίες φέρουν τη συνηθισμένη στα χρόνια της τουρκοκρατίας διάταξη σε ζώνες, όπου, κάτω εικονίζονται ολόσωμοι άγιοι, στη μέση στηθάρια αγίων και πάνω σκηνές απ' το εορτολόγιο. Δε γνωρίζουμε το χρόνο κατασκευής τους, αλλά πιθανότατα έγιναν συγχρόνως με την ιστόρηση του κεντρικού ναού της Παναγίας, δηλαδή το 17ο αιώνα, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι το παρεκκλήσι προϋπήρχε του Οσίου Ονουφρίου. Το παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου συνδέθηκε άρρηκτα με τη ζωή και την ιστορία του γειτονικού παλαιού βυζαντινού μνημείου και γι' αυτό θεωρείται αναπόσπαστο οργανικό του μέλος. Κλείνοντας την παρουσίαση του ναού της Παναγίας της Κορωνησίας, θα λέγαμε ότι το μνημείο αυτό μπορεί να μη διαθέτει την επιβλητικότητα άλλων βυζαντινών μνημείων, διατηρεί όμως -παρά τις αλλαγές που συντελέστηκαν τόσο στο ίδιο το κτίσμα όσο και στο χώρο που το περιβάλλει- την παλιά του υποβλητικότητα και τη μυσταγωγική του ατμόσφαιρα.
Στην εκκλησία υπάρχει και ένα πηγάδι, που το έσκαψε μέσα σε βράχο ένας μοναχός με όνομα Ονούφριος που από εκεί υδρεύετε το νησί ακόμα και σήμερα(του 18ου αιώνα). Ο μοναχός αυτός (λέει ο μύθος) για αστείο τον άφησαν οι άλλοι μοναχοί σε νησάκι που μάζευαν ξυλεία και αυτός μετά από την προσευχή του έριξε το ράσο του στην θάλασσα και ταξίδεψε επάνω του μέχρι το νησί. Ο μοναχός αυτός με τα πολλά καλά που έκανε στο νησί έγινε όσιος και φτιάχτηκε εκκλησάκι που γιορτάζει στις 12 Ιουνίου και είναι ο μόνος προστάτης του νησιού.
Η Παναγία της Κορωνησίας
Πρόκειται για έναν από τους παλαιότερους ναούς της βυζαντινής Άρτας και χρονολογείται γύρω στο 10ο αιώνα . Κατά καιρούς γνώρισε πολλές μετασκευές.
Στη μέση της όμορφης Κορωνησίας μέσα στην αγκαλιά του Αμβρακικού, στέκει κατάκορφα στο λοφίσκο, παντόπτης φύλακας στεριάς και θάλασσας, ο μικρός ναός της Γέννησης της Θεοτόκου, απομεινάρι παλιού και ακμαίου μοναστηριού. Από σωσμένες γραπτές μαρτυρίες μαθαίνουμε ότι το μοναστήρι υπήρχε πριν το 1193, στα χρόνια δε της λατινοκρατίας και στις αρχές της τουρκοκρατίας (15ος και 16ος αιώνας)
Είχε πολλούς μοναχούς και γνώριζε μεγάλη ευμάρεια. Αργότερα όμως, για ποικίλους λόγους έπεσε σε μαρασμό, ώσπου στο τέλος του περασμένου αιώνα εγκαταλείφθηκε απ' τους μοναχούς κι ερημώθηκε, ωστόσο παρέμειναν ως σήμερα -έστω και τραυματισμένοι- μάρτυρες της παλιάς ακμής του, ο ναός και το μικρό παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου σε απόσταση λίγων μέτρων ανατολικά του ναού. 
Επίσης διατηρείται το παλιό πηγάδι απ' όπου υδρευόταν η μονή, καθώς και ερείπια από κελλιά και βοηθητικούς χώρους στα νότια του ναού. Κατά τον Σεραφείμ Ξενόπουλο πρόκειται για πανάρχαια μονή που ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα, οι νεότεροι όμως μελετητές Ορλάνδος και Βοκοτόπουλος, παίρνοντας ως κριτήριο τα στοιχεία τεχνικής της κατασκευής του ναού, τοποθετούν την ίδρυσή του περίπου τρεις αιώνες αργότερα, δηλαδή στο τέλος του 10ου αιώνα. άρα πρόκειται για έναν απ' τους παλαιότερους ναούς της βυζαντινής Άρτας. Το μνημείο στη μακραίωνη παρουσία του γνώρισε κατά καιρούς πολλές αλλαγές (μετασκευές, επισκευές, ανακαινίσεις και προσθήκες) ώσπου κατέληξε στο σημερινό του σχήμα. Η κυριότερη μετασκευή -για την οποία θα γίνει ιδιαίτερος λόγος- έγινε το 1670. Κατά τον 18ο αιώνα προστέθηκε στη δυτική πλευρά του ναού ο ορθογώνιος ξυλόστεγος νάρθηκας, και πιθανολογείται ότι κτίστηκε το ξεχωριστό κωδωνοστάσιο. Σύμφωνα με την παράδοση, το πηγάδι του μοναστηριού το έφτιαξε ο ίδιος ο όσιος Ονούφριος, επομένως είναι κι αυτό έργο του 18ου αιώνα.
Σημαντικές αλλοιώσεις στην όψη του μνημείου προκλήθηκαν το 19ο αιώνα, και συγκεκριμένα κατά την ανακαίνιση του ναού το 1870. Όταν αργότερα (στα μέσα του 20ου αιώνα) αντικαταστάθηκε το παλιό ξύλινο υπόστεγο της βόρειας πλευράς του ναού με πεσσοστήρικτο προστώο και επιχρίστηκαν οι τοίχοι με ασβεστοκονίαμα, το μνημείο πήρε πλέον την τελική του μορφή. Σήμερα ο ναός λειτουργεί ως ενοριακός.