Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Μνήμες από τον πόλεμο του '40

Μνήμες από τον πόλεμο του '40
Από την εφημερίδα: "ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΑΤΩΝ"
[Αρ. Φ. 148, Σεπτέμβριος 2011 / ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ]
Μνήμες από τον πόλεμο του '40
Δεν είχε ξημερώσει καλά καλά εκείνη τη Δευτέρα στο Λίμποβο -που τώρα το λένε Κρυονέρι- και ακούμε δυνατά xτυπήματα στην πόρτα. Ήταν ο Χρήστος Σκεύης.
- Τι έγινε Χρήστο;
- Ντουφέκια πέφτουν, πολλά ντουφέκια και βόμβες.
- ¨Βρε τους Μακαρονάδες", λέει ο πατέρας μου, "μας κήρυξαν τον πόλεμο".
Δεν έχασα καιρό, ντύθηκα κι έφυγα τρέχοντας για το ύψωμα "Κουτσοχέρη" να δω.
Γύρισα στο χωριό κι όλοι ήταν αναστατωμένοι. - Τι θα κάνουμε; Πού θα κρυφτούμε;
Ο πάππους μου ήθελε να κρύψει τα λεφτά και τα ομόλογα της τράπεζας.
Ο Διονύσης Μαρκατσέλης υπηρετούσε στο φυλάκιο Χορμούλης, αλλά εκείνη τη μέρα ήταν με διανυκτέρευση στο χωριό. Είχε μαζί και το όπλο του. Έφυγε τρέχοντας. Πέρασε από τους Άγιους Πάντες και βαδίζοντας την ανηφόρα είδε τους Ιταλούς. Έπιασε μια πέτρα για ταμπούρι και με λίγες σφαίρες που έριξε τους καθήλωσε ως το βράδυ.
Μετά από δυο μέρες ήρθαν στο Λίμποβο οι Ιταλοί. Κι εγώ όπως όλοι οι χωριανοί ήμασταν κρυμμένοι. Έβλεπα όμως ό,τι γίνονταν.
Είδα λοιπόν δυο Ιταλούς, που πρέπει να ήταν η εμπροσθοφυλακή, να έχουν κοντά ένα παιδί, τον Προκόπη Γκάγκαλη, που έτρωγε ένα ψωμάκι που του είχαν δώσει αυτοί. Ήταν "γαλέτα", όπως έμαθα αργότερα.
"Κόκορι, κόκορι", έλεγαν στο παιδί.
Φαίνεται ήθελαν να βρουν πού είναι αυτό το ύψωμα γιατί εκεί θα ήταν τόπος συγκέντρωσης.
Όταν άρχισε να νυχτώνει προχώρησα προς το ύψωμα. Εκεί γίνονταν συναυλία! Ακορντεόν, φυσαρμόνικες, μαντολίνα, γλένταγαν του καλού καιρού! Είχαν την νίκη σίγουρη τρομάρα τους... Από αυτό το συμβάν και πέρα δεν ξέραμε τίποτε, ήμασταν απομονωμένοι.
Μια μέρα μαζί με άλλα παιδιά ήμασταν στην Μεγάλη Ράχη και ακούμε βουητό από αεροπλάνα. Μετά από λίγο βλέπουμε δυο μεγάλα αεροπλάνα να πετάν πολύ χαμηλά με πολύ βουητό και από πίσω ένα μικρό να τα κυνηγάει. Καταλάβαμε ότι το μικρό ήταν δικό μας.
Μόλις κόντευαν να χαθούν προς τα σύνορα είδαμε μια λάμψη και το ένα αεροπλάνο να βγάζει καπνούς και να πέφτει φλεγόμενο. Τι χαρές κάναμε δεν περιγράφεται!
Φωνάζαμε ζήτωωωω!!! Αργότερα μάθαμε ότι και το άλλο εχθρικό αεροπλάνο την ίδια τύχη είχε. Μετά από λίγες μέρες οι Ιταλοί άρχισαν να οπισθοχωρούν αφού είχαν σπάσει τα μούτρα τους.
Ένα τάγμα του Ελληνικού στρατού ήρθε κι έπιασε την Μεγάλη Ράχη. Μια μοίρα ορειβατικού πυροβολικού με επικεφαλής τον Παπαχρήστο έστησε τα κανόνια στα "σιάδια", έτσι ώστε να έχει τους Ιταλούς στα πλάγια και σε κοντινή απόσταση γιατί είχαν οχυρωθεί στην Πλόκιστα.
Η τροφοδοσία και γενικότερα ο εφοδιασμός τους ήταν πολύ δύσκολος.
Με πρωτοβουλία του Βαγγέλη Μαρκατσέλη συστήθηκε επιτροπή τροφοδοσίας.
Ο Μύλος στο χωριό άλεθε ασταμάτητα μέρα και νύχτα.
Οι γυναίκες ζύμωναν και φούρνιζαν τη μπομπότα. Ο Διοικητής της πυροβολαρχίας Παπαχρήστος έδωσε εντολή: "σε δέκα λεπτά αρχίζουμε, έτοιμοι!". Εμένα με πήγαν πιο μακριά. Τώρα θα αρχίσει το γλέντι με τις βόμβες και μετά θα ξεκίναγαν οι πεζικάριοι. Έφυγαν και πήγα ανάμερα στη Μεγάλη Ράχη. Όταν σταμάτησε το πυροβολικό άρχισε η επίθεση. Εκεί για πρώτη φορά άκουσα τη λέξη "ΑΕΡΑΑΑ"! Οι Ιταλοί όπου φύγει φύγει. Εκεί στου Καίσαρη έφεραν δυο τραυματίες που ήταν από το Ξηρόμερο και θυμάμαι τον έναν που είπε στο γιατρό που προσπαθούσε να του γιατρέψει τα τραύματα με την χαρακτηριστική του προφορά, "τι κάνς ουρέ, δεν είν’ τίπουτις, γρατζουνιά είν’".
Το πρωί της άλλης μέρας πήγα στην Πλόκιστα. Σε μια μεγάλη πέτρα επάνω ήταν ένα κομμάτι από χλαίνη, πρασινωπό χρώμα που πάει να πει ότι ήταν Ιταλού.
Είχε επάνω της και αίματα. Σε μια σχισμή του βράχου εκεί κοντά ήταν παρατημένο ένα κοντόκανο όπλο και ένα στενόμακρο κιβώτιο με σφαίρες. Παρακάτω, σε μια τούφα, εξείχε η κάνη από ένα μακρύκανο όπλο.
Τα πήρα και τα έκρυψα, στο χωριό. Το κοντόκανο και τις σφαίρες σε μια κουφάλα δέντρου. Το μακρύκανο δεν χωρούσε και το πήγα στο αχούρι, αλλά με είδε ο πατέρας και μου είπε και το κρύψαμε σε μια τρύπα στο πεζούλι. Με τον καιρό οξειδώθηκε και αχρηστεύτηκε.
Το κοντόκανο και τις σφαίρες τα πήρα μαζί με τον Λευτέρη Μπότο. Αργότερα μαζί με το Λευτέρη και τον Γιώργο Τσέκα κατεβήκαμε στο Φιλιάτι, μπήκαμε στον ΕΛΑΣ κι είχαμε καπετάνιο του λόχου τον Νίκο Παρούση.
Τον Νοέμβρη του 1944 με τη συμφωνία της Βάρκιζας παραδώσαμε τα όπλα.
Αυτά έζησα, αυτά γράφω.
Αριστείδης Μαρκατσέλης
http://glousta.blogspot.com/2011/10/40.html