Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

ΒΙΒΛΙΟ. "Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ"

ΒΙΒΛΙΟ. "Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ"
της Σταυρούλας Δημητρίου. Εκδ. ΛΙΒΑΝΗ, σελ. 176, τιμή 12 ευρώ

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ, ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ, ΕΙΧΕ ΓΡΑΦΤΕΙ ΕΝΑ ΙΔΙΟΤΥΠΟ ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟ ΣΕ ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ ΠΕΖΟ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ «Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΚΑΣΣΙΤΕΡΟΥ»

Η Δημητρίου ξαναβρίσκει στον γενέθλιο τόπο της ένα νέο «μύθο» για να αφηγηθεί. Οι Φιλιάτες της Θεσπρωτίας είναι για τη Δημητρίου το θέατρο της πεζογραφικής «δραματουργίας» της.
Στο νέο ιδιόρρυθμο πεζό της Δημητρίου ο χρόνος είναι μια στιγμή, ένα μικρό χρονικό διάστημα μέσα στο 1814. Τότε που η πολυπολιτισμική εκείνη χοάνη δέχτηκε την τρομερή πνοή του θανάτου, όταν έφτασε και χόρτασε νεκρούς η πανούκλα. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά στην παγκόσμια λογοτεχνία που μια πανδημία, πανούκλα, χολέρα, λέπρα, τύφος, γίνονται πυρήνας ενός χρονικού ή μιας εις βάθος αναζήτησης της ανθρώπινης κατάστασης σε συνθήκες πανικού, κρίσης και υπαρξιακής αγωνίας
Η Δημητρίου καταφεύγοντας και σε αυθεντικές πηγές και με ακρίβεια, θα έλεγα επιστημονική, ανατόμου, λοιμωξιολόγου και φαρμακοτρίφτη, με ωμό ρεαλισμό περιγράφει την εποποιία τής πανώλους ασθένειας.
Στο νέο της αφήγημα η Δημητρίου εκκινώντας από ένα πειρατικό ληστρικό συμβάν που «φέρνει» την αρρώστια στην πόλη, ξεδιπλώνει τον αφηγηματικό της ιστό με την τεχνική του λαϊκού αυτοσχέδιου θεάτρου. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι σε μια ορισμένη σκηνή προς την «έξοδο» του «δράματος» περιγράφει και την παράσταση ενός πλανόδιου μιμοθεάτρου.
Το ιδιοφυές στο κείμενο της Δημητρίου είναι πως από μια πόλη που πεθαίνει και όπου σωρεύονται οι νεκροί και μεταδίδεται το μόλυσμα από πόρτα σε πόρτα και από ρούχο σε ρούχο, ξεχωρίζουν και παρακολουθούνται έμμονα οι επιζήσαντες, οι επιβιώσαντες σε πείσμα της έκθεσής τους και του συναγελασμού τους με τους πάσχοντες. Ενώ υποκύπτουν ιερωμένοι όλων των θρησκευτικών μειονοτήτων (οι Φιλιάτες κατοικούνταν από Χριστιανούς, Μουσουλμάνους, Εβραίους αλλά και αλλαξοπιστήσαντες εκατέρωθεν- Έλληνες, Αρβανίτες, γύφτους, Σεφαραδίτες κ.τ.λ.), προύχοντες, πλούσιοι γαιοκτήμονες, όμορφες και άσχημες, νέοι, νέες και ηλικιωμένοι συμπολίτες, κάποιοι περιθωριακοί άνθρωποι, ιδιόμορφης ψυχικής δομής αλλά αποκλειστικά άνθρωποι με ισχυρά και έμμονα πάθη, επιβιώνουν χωμένοι στα πιθάρια τους επιστρέφοντας στη μήτρα, σκάβοντας μανιακά τη γη, καρφώνοντας φέρετρα, ράβοντας και ξηλώνοντας σάβανα, νυφικά και βαπτιστικά ή συντηρώντας κρυφά έναν παράνομο και αιμομικτικό έρωτα ή μια νεκροφιλική σχέση. Έτσι στο αρρωστημένο τοπίο διασταυρώνονται τα παραπαίοντα βήματα όσων εκδημούν, όσων παρεπιδημούν και όσων αποδιδράσκουν, έτσι ώστε το θέατρο της ιστορίας μετατρέπεται σε υπαρξιακό πεδίο, όπου οι ψυχές και τα σώματα ορμούν προς την έξοδο και ψάχνοντας να πιαστούν από κάπου ανακαλύπτουν πως τα «κερκέλια» του Θεού είναι μύθος και ανελέητη η απουσία ενός ανώτατου όντος που είτε δραπέτευσε κι αυτό είτε σιωπά είτε γλεντάει με τον ανθρώπινο πόνο.
Άρα η μόνη παρηγοριά είναι η μανιακή, η σχεδόν ψυχαναγκαστική εξάρτηση από τα πάθη και την ερωτική προσκόλληση σε πράγματα και καταστάσεις ταπεινές, χθαμαλές, χυδαίες, άνομες αλλά σωσίβια βίου και λαθρόβια λαγούμια, υπόγειες στοές.