Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η θεωρία "της αναποτελεσματικότητας των αγώνων"



Η θεωρία «της αναποτελεσματικότητας των αγώνων» και ποιος κερδίζει από αυτή


Η αντεργατική επίθεση συνεχίζεται, τα μέτρα δεν έχουν τελειωμό. Κανένας πλέον δεν είναι σίγουρος για το τι μισθό, σύνταξη, επίδομα θα πάρει τον επόμενο μήνα, αν θα συνεχίσει να έχει μεροκάματο. Τα βάσανα της λαϊκής οικογένειας μεγαλώνουν. Δεν προσθέτει κανένας τίποτα καινούριο με το να τα απαριθμήσει. Με εργάτες, εργάτριες, ανέργους, νέους, συνταξιούχους που κουβεντιάζεις, παντού υπάρχει αγανάκτηση, αγωνία, απόγνωση, φόβος για το αύριο. Ακούς πολλούς να λένε «πού θα πάει η κατάσταση, πόσο θα κρατήσει», «κάτι πρέπει να κάνουμε, δεν πάει άλλο, να αντιδράσουμε» και κάποιους να επαναλαμβάνουν τα επιχειρήματα του αντίπαλου, δηλαδή ότι «δεν μπορεί να γίνει τίποτα γιατί τα μέτρα είναι αναγκαία, είναι μονόδρομος».
Οταν όμως η συζήτηση πάει στο «διά ταύτα» για το τι πρέπει να κάνουμε, πώς πρέπει να αντιδράσουμε, τότε αρχίζουνε τα δύσκολα. Τότε πολλοί λένε, «δε βγαίνει τίποτα με τους αγώνες, αυτοί δεν ακούνε κανέναν», «τόσοι αγώνες έγιναν και τα μέτρα πέρασαν», «οι κλέφτες οι πολιτικοί φταίνε», «όλοι τα ίδια είναι». Αλλοι λένε, «να περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει, μπορεί να μην τα εφαρμόσουν στο δικό μας κλάδο, χώρο». Πολλές φορές οι ίδιοι που λένε ότι «αν έρθουνε να τα εφαρμόσουν σε μας τότε θα δεις τι θα γίνει», όταν φτάσουν και στο δικό τους χώρο τότε λένε «τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, τώρα έγιναν νόμος του κράτους».
Το αποτέλεσμα είναι ένα μεγάλο μέρος της αγανάκτησης και της δυσαρέσκειας να φτάνει μέχρι τη διατύπωση «φραστικών απειλών», δηλαδή «ντουφεκιών στον αέρα», και αντικειμενικά υπάρχει το ίδιο αποτέλεσμα σαν να πίστευαν ότι τα μέτρα είναι μονόδρομος. Το πιο αρνητικό είναι ότι πολλές φορές παραμένουν έξω από το στόχαστρο εκείνοι που ωφελούνται από τα μέτρα της κάθε κυβέρνησης και της ΕΕ, δηλαδή οι εργοστασιάρχες, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι εφοπλιστές, οι μεγαλέμποροι, οι τραπεζίτες, γενικότερα η αστική τάξη. Ετσι, δεν κατανοείται ότι η κυβερνητική πολιτική σήμερα δεν έρχεται να αντιμετωπίσει με κάποια αναγκαία μέτρα μία κακή διαχείριση, αλλά να επιβάλει αναγκαία για τη διάσωση των καπιταλιστικών κερδών μέτρα εν μέσω κρίσης. Μέτρα που έχουν δρομολογηθεί εδώ και δεκαετίες στο όνομα της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ο θυμός διοχετεύεται σε φραστικές απειλές μόνο ενάντια στους «κλέφτες, τα λαμόγια, τους φοροφυγάδες» και υπάρχουν μεγάλες αυταπάτες «περί παραγωγικών επενδύσεων και αναπτυξιακών μέτρων που θα αναζωογονήσουν με μία σωστή διαχείριση την οικονομία και θα ωφελήσουν τους εργαζόμενους».
Ετσι, οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίζουν και οι καπιταλιστές να θησαυρίζουν. Εκμεταλλεύονται την αναποφασιστικότητα, το φόβο, την αδράνεια, την εκτόνωση με τις φωνές και βρισιές και συνεχίζουν να κάνουν τη ζωή μας κόλαση. Σε αυτό οδηγεί η «θεωρία της αναποτελεσματικότητας». Οι βρισιές και οι μούντζες της πλατείας Συντάγματος ενάντια στους 300 της Βουλής αλλά και «στα συνδικάτα» συνέβαλαν στη συγκρότηση της τρικομματικής κυβέρνησης Παπαδήμου και στη συνέχεια της τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά καθώς και στην ανάπτυξη αντιδραστικών και φασιστικών αντιλήψεων. Γι' αυτό οι αστοί έχουν κάνει σημαία τους τον «αγώνα με τις βρισιές και τις μούντζες», συμμετείχαν και πολλοί από αυτούς στον «αγώνα των αγανακτισμένων», σε αντίθεση με τους οργανωμένους αγώνες για τους οποίους στάζουν χολή. Γι' αυτό κάθε αγώνα που γίνεται τον συκοφαντούν και ταυτόχρονα παίρνουν υπό την προστασία τους τον απεργοσπαστικό μηχανισμό. Γι' αυτό κολακεύουν συνεχώς την αδράνεια, την παθητικότητα, μέσα από δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης, της ΕΕ, της εργοδοσίας, που λένε «θαυμάζουμε την ωριμότητα του ελληνικού λαού που με τη στάση του δείχνει ότι κατανοεί πως τα μέτρα είναι αναγκαία».
Η θεωρία της «αναποτελεσματικότητας των αγώνων» είναι μια ύπουλη θεωρία που την προβάλλουν όλοι, κυβέρνηση, εργοδοσία, ΜΜΕ, εργοδοτικός συνδικαλισμός, οπορτουνισμός, ο καθένας φυσικά με τον τρόπο του. Χρειάζεται παρακολούθηση το πώς εκφράζεται κάθε φορά συγκεκριμένα, άμεση απάντηση και όχι υποτίμηση. Είναι δηλητήριο για τους εργαζόμενους και έχει πολλές όψεις. Προσαρμόζεται ανάλογα με τις εξελίξεις, τη συγκεκριμένη φάση που βρίσκεται το εργατικό κίνημα, τις διαθέσεις των εργαζομένων, στη φάση προετοιμασίας ενός αγώνα, κατά τη διάρκειά του και μετά τη λήξη του. Πότε προβάλλεται ότι «με τους αγώνες δε βγαίνει τίποτα», πότε ότι «αυτές οι μορφές του αγώνα δεν είναι αποτελεσματικές, χρειάζεται συνεννόηση», πότε ότι «το περιεχόμενο του αγώνα δε βοηθάει, είναι γενικό», ή «τα αιτήματα είναι σωστά αλλά ο τρόπος διεκδίκησης είναι λάθος», πότε ότι «τα αιτήματα του αγώνα δε βοηθάνε, είναι πολιτικά, κομματικά» και πότε χαρακτηρίζοντας την άρνηση του ταξικού κινήματος να συναινέσει με τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό «διασπαστική, κομματική» κ.ά. Στρέφεται, δηλαδή, όχι μόνο ενάντια στους αγώνες, αλλά στον ταξικό προσανατολισμό τους, στο περιεχόμενό τους, στις μορφές. Αλλες φορές εκμεταλλεύεται τις δυσκολίες των συνδικάτων για να τα συκοφαντήσει, άλλες φορές ταυτίζει το ταξικό εργατικό κίνημα με τη διαφθορά και τις στρατηγικές του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού, προβάλλοντας πέρα από το γνωστό «κλέφτες πολιτικοί», το «κλέφτες, λαμόγια, συνδικαλιστές».
Στην προετοιμασία της πανελλαδικής πανεργατικής απεργίας, την οποία έχουν ζητήσει μια σειρά Εργατικά Κέντρα, Ομοσπονδίες, Συνδικάτα και Επιτροπές Αγώνα που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, η αναποτελεσματικότητα εμφανίζεται με το επιχείρημα «και τι θα βγει με την απεργία, μήπως θα αποτρέψει να παρθούνε τα μέτρα; Τόσες απεργίες κάναμε, τα μέτρα όμως πέρασαν, το ίδιο θα γίνει και τώρα».
Ο φόβος, η επίδραση της «αναποτελεσματικότητας» δεν είναι κάτι το καινούριο. Πάντα οι εκμεταλλευτές με όλους τους μηχανισμούς τους τα καλλιεργούσαν για να υποτάσσουν και να εκμεταλλεύονται πιο εύκολα τους εργαζόμενους, να κερδίζουν περισσότερα. Ανάλογα με τις συνθήκες, αυτά πότε δυνάμωναν και πότε αδυνάτιζαν. Σήμερα που η αντικειμενική κατάσταση είναι δύσκολη, η κατάσταση στο εργατικό κίνημα δεν είναι καλή, είναι πιο ισχυρά, συνοδεύονται με ένταση του αντικομμουνισμού και της τρομοκρατίας.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αλλάζουν, ότι έτσι θα παραμείνουν και στη συνέχεια. Η θηλιά στο λαιμό της λαϊκής οικογένειας σφίγγει. Οι εργαζόμενοι συσσωρεύουν καθημερινά πείρα, θα βγάλουν γρήγορα συμπεράσματα και από τις τελευταίες πολιτικές τους επιλογές, γιατί τώρα οι εξελίξεις τρέχουν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Οι φοβισμένοι σήμερα δε θα παραμείνουν για πάντα φοβισμένοι. Ο καθένας μας άμα το σκεφτεί θα βρει παραδείγματα εργατών που ξεπέρασαν το φόβο, την αναποφασιστικότητα και παλεύουν με πίστη και ηρωισμό, ή άλλων που κουράστηκαν, απελπίστηκαν και υποχώρησαν. Ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που η κατάσταση και οι πολιτικές αντιλήψεις είναι ρευστές, που «το καμίνι βράζει», τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο, παγιωμένο.
Επομένως, με υπομονή και επιμονή, χρειάζεται να ανοίξουμε αυτό το ζήτημα μέσα στους χώρους δουλειάς, να το κουβεντιάσουμε τίμια, ανοιχτά, με τους εργαζόμενους. Να τους πούμε ότι κι εμείς βλέπουμε τις δυσκολίες του αγώνα. Οτι κι εμάς μας προβληματίζει και μας στενοχωρεί περισσότερο από τον καθένα που τα αποτελέσματα δεν ήταν καλύτερα γιατί πρωτοστατήσαμε και κοπιάσαμε για να γίνουν οι αγώνες. Δεν απευθύνουμε κάλεσμα αγώνα εκ του ασφαλούς. Οτι είχαμε και απώλειες, δεκάδες μέλη μας, οπαδοί μας πλήρωσαν την πρωτοπόρα δράση τους με απόλυση, με δικαστικές και άλλες διώξεις. Οτι μπήκαμε μπροστά, δώσαμε τον καλύτερό μας εαυτό και παρ' όλα αυτά υποστήκαμε μεγάλη εκλογική μείωση, που είναι πλήγμα για το εργατικό κίνημα. Γι' αυτό ο αντίπαλος πολύ σωστά το αξιολόγησε σαν αρνητικό, δείκτη της δυνατότητας του κινήματος να απαντήσει και να αντεπιτεθεί, γιατί η αποτελεσματικότητα των αγώνων δεν είναι ένα ζήτημα ποσοτικό. Συνδέεται αναπόσπαστα με την κατεύθυνσή τους, αν κινούνται με πυξίδα τη ριζική αλλαγή, πράγμα που εκφράζεται στη δύναμη του ΚΚΕ και του ταξικού πόλου στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συνεχίζουμε όμως με πίστη και αισιοδοξία, δεν το βάζουμε κάτω, γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος.