Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Βιβλίο. Θολός Βυθός. Του Γιάννη Ατζακά.

Βιβλίο. Θολός Βυθός. Του Γιάννη Ατζακά. Εκδόσεις Άγρα. Σελίδες 280. Τιμή 16 ευρώ.

Ο Γιάννης Ατζακάς στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο αναπλάθει και αναστοχάζεται τις εμπειρίες του ως παιδιού του εμφυλίου στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης.
Είναι μιά απάντηση στο βιβλίο ενός ακροδεξιού συγγραφέα από τη Μουργκάνα Θεσπρωτίας, του Σωτήρη Δημητρίου, που έχει γράψει ένα βιβλίο αναθεώρησης της ιστορίας, που τιμάται δεόντος από δεξιά και ακροδεξιά, στο οποίο o Δημητρίου μας λέει τι μαρτύρια τράβαγαν από τους αντάρτες οι συνεργάτες των Γερμανών και των Αμερικανοεγγλέζων στη συνέχεια. Προφανώς ο συγγραφέας δεν θέλει να γνωρίζει τι μαρτύρια τράβαγαν το 1821, διάφοροι συνεργάτες των Τούρκων, από τον Κολοκοτρώνη, και πολύ περισσότερο από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Ο Γιάννης Ατζακάς ξεκινά από άλλη αφετηρία από τον Σωτήρη Δημητρίου, ήταν ο ίδιος θύμα του κυνηγητού των αριστερών οικογενειών. Αλλά με την ίδια διάθεση «να μην αποκρύψει, ούτε να επινοήσει τίποτα». Ο ήρωάς του, 65άρης πια, ανακαλεί τον παιδικό εαυτό του που μεγάλωσε σε τέσσερις Παιδοπόλεις σε διάφορες περιοχές της χώρας και συνομιλεί μαζί του. Ο μονόλογος του παιδιού περιγράφει με ακρίβεια τα όσα έζησε εκεί και θυμάται. Ο ενήλικος εαυτός του σχολιάζει, κατά καιρούς, με βάση τις εκ των υστέρων γνώσεις και ιδέες του. Οι δύο διαφορετικές φωνές του ίδιου ανθρώπου δημιουργούν ένα πολύ ενδιαφέρον λογοτεχνικό παιχνίδι. Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει, βέβαια, πολύ γρήγορα ότι οι Παιδοπόλεις ήταν στρατόπεδα παιδιών των οποίων το καθημερινό πρόγραμμα όριζε η σάλπιγγα, ο ομαδάρχης, ο δάσκαλος, η προσευχή, η έπαρση και υποστολή της σημαίας, με λίγα λόγια «η υπακοή και η πειθαρχία». Δεν ήταν όλα μαύρα με την έννοια ότι οι προστάτες των παιδιών δεν τα βασάνιζαν, σε γενικές γραμμές τους φέρονταν καλά. Ο συγγραφέας δεν στέκεται καν ιδιαίτερα στις υιοθεσίες παιδιών από αμερικανικές οικογένειες. Στην καθημερινή ζωή- την οποία ο συγγραφέας περιγράφει εξαιρετικά με πολύ μελετημένο τόνο φωνής- ένα παιδί συνηθίζει, με κάποιον τρόπο προσαρμόζεται σε όλα. Αυτό όμως δεν μείωνε την απέραντη μοναξιά που εκφραζόταν με τα βουβά κλάματα το βράδυ στα κρεβάτια. Και δεν μείωνε, κυρίως, τις «δόλιες επιδιώξεις ενός μηχανισμού χειραγώγησης», την ιδεολογική δηλαδή πλύση εγκεφάλου. Τη μαρτυρία ο Ατζακάς τη μετουσιώνει σε λογοτεχνία αναδεικνύοντας όχι κάποιου είδους βασανιστική καθημερινότητα, αλλά τη θέση στην οποία μπήκαν τα περίπου 30.000 παιδιά των ανταρτών που η Φρειδερίκη έβαλε στις Παιδοπόλεις. Υπήρχαν οι καλοί και οι κακοί, το ποιοι ήταν ποιοι ήταν δεδομένο, και οι πατεράδες τους ήταν κακοί. Ήταν οι «κατσαπλιάδες», οι «προδότες με τα αιματοβαμμένα νύχια». Η προσπάθεια λοιπόν του συγγραφέα είναι να δώσει φωνή στα παιδιά της Αριστεράς που «δεν άκουγαν πράγματα ευάρεστα», όπως άκουγαν τα παιδιά που ήταν «από την καλή πλευρά». Ο Γιάννης Ατζακάς έχει επίγνωση ότι αν έγραφε το βιβλίο παλιότερα, επί δικτατορίας, «θα ήταν γεμάτο φαρμάκι, μισαλλόδοξο κατά της Δεξιάς». Η καρδιά του παραμένει με τους αντάρτες- στην περίπτωσή του η πλύση εγκεφάλου απέτυχε- αλλά δεν μπορεί να είναι «πιστός σε οράματα που κατέρρευσαν». Το γράφει στο βιβλίο καθαρά: «Ήμασταν τα “ανταρτόπληκτα”, καρπός μωρίας και τύφλωσης, απότοκο ακραίων και λαθεμένων επιλογών». «Όχι ότι αγαπήσαμε τους νικητές», προσθέτει. «Βλέπουμε τα σημερινά αδιέξοδα αυτών που πίστευαν ότι διαθέτουν τη μαγική συνταγή. Πόσοι άραγε θα καταστραφούν, θα εκπορνευτούν, θα αυτοκτονήσουν, στο όνομα μιας άλλης θεωρίας που αποδεικνύεται λανθασμένη;». Οι νικητές του Εμφύλιου, που ήθελαν να "σώσουν" τα παιδιά των ανταρτών, τους πρόσφεραν στις Παιδουπόλεις μια ζωή αρκετά ...κομμουνιστική. Ομοιομορφία στην ένδυση, ίδιο φαϊ όλοι, "μια τέλεια αταξική κοινωνία", όπως λέει ο Γιάννης Ατζακάς.
Η γλώσσα που μιλούσαν δάσκαλοι και παπάδες στις Παιδουπόλεις δεν ήταν ούτε αυτή που μιλούσαν τα παιδιά μεταξύ τους, ούτε αυτή του χωριού. Την γλώσσα την κατέστρεψε η εκπαίδευση, που δεν φυτεύει λέξεις, αλλά μάλλον ξεριζώνει.