Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Μετά από 2000 χρόνια, στις 18 Ιουλίου, ανοίγει η Γιτάνη!


Μετά από 2000 χρόνια ανοίγει η Γιτάνη
... με εισιτήριο 15 ευρώ!
Για πρώτη φορά ανοίγει στο κοινό η Αρχαία Γιτάνη... Για πρώτη φορά, μετά από δύο χιλιάδες χρόνια περίπου θα δοθεί παράσταση... Για πρώτη φορά, μετά την καταστροφή του αρχαιολογικού χώρου από τους Ρωμαίους, θα ζωντανέψει και πάλι!
Και το γεγονός αυτό πρέπει να έχει πανηγυρικό χαρακτήρα.

Έστω και αν υπάρχει... ένα μικρό για το γεγονός χρηματικό τίμημα!

Το αρχαίο θέατρο της Γιτάνης υιοθετήθηκε το 2010 από το «Διάζωμα». Και με πρωτοβουλία του Διαζώματος θα παρουσιαστεί η θεατρική παράσταση «Η γυναίκα της Ζάκυθος».
Σκοπός είναι να δοθεί «στο κοινό μία μοναδική ευκαιρία να επανακτήσει τη σχέση του με σημαντικά μνημεία του πολιτισμού μας, μέσα από την εμπειρία της συγκίνησης που προσφέρει η παρακολούθηση ενός θεατρικού έργου».

Στην προκειμένη περίπτωση ο κάτοικος της Ηπείρου, της Θεσπρωτίας, για να επανακτήσει τη σχέση του με τα μνημεία του τόπου του θα πρέπει να πληρώσει δεκαπέντε ευρώ. Σε αυτό το ποσό ορίστηκε το εισιτήριο για τη συγκεκριμένη παράσταση!!!

Στη χώρα που γέννησε τον πολιτισμό! Στην χώρα που έχει αφήσει την πολιτιστική της κληρονομιά στη λεηλασία του χρόνου. Στη χώρα που κρατά τα μνημεία κλειστά. Αδυνατεί να τα φυλάξει... Ας φροντίσουμε εμείς οι Έλληνες για αυτό!
Ναι λοιπόν! Ας φροντίσουμε όλοι μας για την επανάκτηση της σχέσης του κοινού με τα μνημεία του. Και δεν είναι μεγάλο το τίμημα που κοστολογείται στα 15 ευρώ για την θεατρική παράσταση!


Ανοίγει λοιπόν για πρώτη φορά ο αρχαιολογικός χώρος των Γιτάνων στη Θεσπρωτία. Άνοιξε για πρώτη φορά και μπορούν οι επισκέπτες να... ζήσουν, μέσα από τα ευρήματα, στιγμές ιστορικού μεγαλείου. Η ίδρυση της αρχαίας πόλης τοποθετείται, με βάση τα αρχαιολογικά δεδομένα και τις αρχαίες πηγές, στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ., εποχή, η οποία συμπίπτει με την προσάρτηση της νότιας Κεστρίνης, της περιοχής δηλ. που οικοδομήθηκε ο οχυρωμένος οικισμός.
Σύμφωνα με μελέτη των Θεοδώρας Λάζου, Βασιλικής Λάμπρου, Χριστίνας Γκάνιας, η κατοίκηση στη Γιτάνη συνεχίζεται χωρίς διακοπή και στους ελληνιστικούς χρόνους, όπως αποδεικνύεται από τα κτίρια που έχουν ανασκαφεί εντός του οικισμού, αλλά και από τα ευρήματα των τάφων στα βορειοανατολικά της οχύρωσης και δυτικά του φράγματος του Καλαμά.
Αντίθετα, δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά λείψανα που θα μπορούσαν να χρονολογηθούν στην περίοδο μετά την κατάληψή της από τους Ρωμαίους. Όπως μαρτυρούν τα εκτεταμένα στρώματα καταστροφής των ανασκαμμένων κτιρίων, φαίνεται ότι ο αρχαίος οικισμός καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε οριστικά το 167 π.Χ. Η εύρεση 3.000 πήλινων σφραγισμάτων, πάνω στα οποία αναγράφεται σε δωρική διάλεκτο το όνομα «ΓΙΤΑΝΑ», κατά την ανασκαφή μεγάλου δημοσίου κτιρίου («Κτίριο Α»), το οποίο ταυτίζεται με το Μητρώο-Αρχείο της πόλης, επιβεβαιώνει την ταύτιση του ονόματος με το σωζόμενο από τη φιλολογική παράδοση.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ 2014    Ώρα έναρξης 21 : 15
Παρασκευή 18 Ιουλίου
Αρχαιολογικός χώρος
Γιτάνων, αρχαία Αγορά
ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ
Η γυναίκα της Ζάκυθος

Bασισμένο στο έργο του Διονυσιου σολωμου
Η συνεργασία του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ με το ΔΙΑΖΩΜΑ και τις κατά τόπους Εφορείες Αρχαιοτήτων για την πραγματοποίηση αυτής της παράστασης, υπηρετεί την ιδέα της επαναλειτουργίας αρχαίων θεάτρων, διάσπαρτων σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για το κοινό να επανακτήσει τη ζωντανή του σχέση με αυτά τα σπουδαία μνημεία μέσα από τη βιωματική εμπειρία της συγκίνησης που μπορεί να προσφέρει η θεατρική τέχνη.
Παράλληλα, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι θα ακουστεί ο λόγος του Διονυσίου Σολωμού στους ίδιους χώρους όπου ακούστηκε και ο λόγος του Αισχύλου, στη δραματουργία του οποίου εθήτευσε πιστά ο εθνικός μας ποιητής.
Mε το έργο αυτό ο Σολωμός αφήνει το φως και ανιχνεύει το σκοτάδι.
Αν και μικρό σε έκταση –δέκα μικρά κεφάλαια–, είναι ο αντίποδας που στηρίζει όλο το άλλο του έργο, αντισταθμίζοντας το βάρος και την έκταση της αναζήτησής του.
Δανείζεται, λοιπόν, το προσωπείο του Αγίου Διονυσίου –o oποίος έζησε ως ιερομόναχος έως τα 172 του χρόνια σ’ ένα μοναστήρι της Ζακύνθου–, για να κοιτάξει στα μάτια το κακό. Το γεγονός πως μπορεί να δει μέσα από τα μάτια ενός Άλλου, τον απελευθερώνει και τον μεταφέρει, σαν πνεύμα, εκεί όπου μπορεί να βλέπει την τυφλή και ακατανόητη δύναμη του κακού, χωρίς να το φοβάται.
Αυτή ακριβώς η έλλειψη φόβου είναι που τον θωρακίζει και του δίνει το έλλογο στοιχείο και τον έλεγχο, ώστε το θεωρούμενο ως υποστασιοποιημένο κακό –η γυναίκα της Ζάκυθος εδώ– να καταρρεύσει αδύναμο και αξιολύπητο μπροστά του.
Η έννοια του κακού θα υπερεκτιμάτο, και θα αδρανοποιούσε τον ίδιο, μόνο εάν το υποτιμούσε περιφρονώντας το, ή αν απέστρεφε το βλέμμα του από αυτό φοβισμένος, με αποτέλεσμα να παραλύσει, και να εκλείψει η κυριαρχία του λόγου.
Το κακό εδώ δεν είναι οι Τούρκοι, δεν είναι οι απέναντι, δεν είναι ο προφανής εχθρός. Το κακό είναι ανάμεσά μας. Εμείς οι ίδιοι γινόμαστε οι φορείς του κακού, από τον φόβο ή από την άγνοια του αντικειμένου.
Ο Σολωμός σχεδίασε και άρχισε να γράφει το έργο το 1826 στη Ζάκυνθο, βλέποντας με συναισθήματα πόνου και απέραντης συμπάθειας τις προσφυγοπούλες, γυναίκες από το πολιορκημένο μεσολόγγι – που επαιτούσαν ζητώντας τρόφιμα και χρήματα για τους έγκλειστους άνδρες τους–, να αντιμετωπίζουν κατάμουτρα τη λεκτική βία, την προσβολή και την ταπείνωση από μια δύσμορφη, εξαθλιωμένη γυναίκα.
Το έργο, αν και έχει την επίφαση ενός οραματικού οίστρου, είναι απόλυτα ρεαλιστικό, γιατί ανιχνεύει τις αιτίες της κακοδαιμονίας και της διχόνοιας σαν ζητήματα βαθιάς άγνοιας και αδυναμίας πρωτίστως ημών των ιδίων, των παρατηρητών, των φερομένων ως υποκειμένων του ορθού λόγου. Κάθε παραίτησή μας μπροστά σε κάτι παράλογο και άδικο γίνεται αυτόματα προσχώρηση στο αντίθετο στρατόπεδο, του παραλογισμού και του χάους, που εμπεριέχει το απρόβλεπτο, το οδυνηρό, το κακό.
Η εκδοχή μας, μέσα από τη φωνητική αναπαράσταση του λόγου του ποιητή, που νοηματοδοτεί κάθε φράση, επιζητεί να ανασύρει και να ζωντανέψει όλες τις πτυχές που κρύβονται σ’ αυτό το έργο.
Έργο, που δεν παύει να μας γοητεύει και να μας αφορά, σαν μια σημαντική κατάθεση ενός αγνού και μεγάλου στοχαστή, ενεργοποιώντας τη σκέψη μας επάνω σε θεμελιώδη ζητήματα της πραγματικότητας και της πραγματικής μας ταυτότητας.
ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ



Το αρχαίο θέατρο της Γιτάνης υιοθετήθηκε το 2010 από το «Διάζωμα». Και με πρωτοβουλία του Διαζώματος θα παρουσιαστεί η θεατρική παράσταση «Η γυναίκα της Ζάκυθος». Σκοπός είναι να δοθεί «στο κοινό μία μοναδική ευκαιρία να επανακτήσει τη σχέση του με σημαντικά μνημεία του πολιτισμού μας, μέσα από την εμπειρία της συγκίνησης που προσφέρει η παρακολούθηση ενός θεατρικού έργου».

Όσοι συμμετέχουμε στο ΔΙΑΖΩΜΑ είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε πράξη την αγάπη μας για τα μνημεία και την πολιτιστική κληρονομιά. Επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας είναι η ανάδειξη των αρχαίων θεάτρων, η εξεύρεση πόρων και η ένταξή τους στην καθημερινότητα μας. Ανοιχτό σε όλους, το ΔΙΑΖΩΜΑ επιδιώκει να ανοίξει μια αγκαλιά για την προστασία των αρχαίων θεάτρων, αυτού του κορυφαίου επιτεύγματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, εκεί ακριβώς όπου συντελέσθηκε η έκρηξη των δημοκρατικών θεσμών και άνθισε η πολιτιστική και πνευματική δημιουργία.









Η αρχαία πρωτεύουσα των Θεσπρωτών αποκαλύπτεται

Η αρχαία Γιτάνη, ανοίγει επίσημα για πρώτη φορά τις πύλες της
Στα 150 χρόνια ζωής από την ίδρυσή τους το 335/330 π.Χ. έως την κατάληψή τους από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ., τα Γίτανα αποτελούσαν ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά, διοικητικά και οικονομικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής του Ιονίου.Ο άγνωστος στο ευρύ κοινό αρχαιολογικός χώρος των Γιτάνων στη Θεσπρωτία, ανοίγει για πρώτη φορά τις πύλες της επίσημα σε έναν μήνα, με τη συνεργασία της ΛΒ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και της Κίνησης πολιτών για τη διάσωση των αρχαίων θεάτρων «Διάζωμα».Την Παρασκευή 18 Ιουλίου θα παρουσιαστεί στον χώρο της αρχαίας Αγοράς, η θεατρική παράσταση «Η γυναίκα της Ζάκυθος» βασισμένη στο έργο του Διονυσίου Σολωμού και σε σκηνοθεσία- θεατρική προσαρμογή Δημήτρη Αβδελιώδη.Η ξενάγηση στον χώρο έγινε από τον προϊστάμενο της ΛΒ΄ Εφορείας αρχαιοτήτων Γιώργο Ρήγινο. Ο αρχαιολογικός χώρος Γιτάνων, εκτείνεται στη νοτιοδυτική πλαγιά του βουνού της Βρυσέλλας, ενώ, περιβάλλεται από τον ποταμό Καλαμά, τον αρχαίο Θύαμι και τον χείμαρρο Καλπακιώτικο, οι οποίοι από την αρχαιότητα αποτελούσαν φυσικό οχυρό της πόλης.Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Ρήγινος, τα Γίτανα διατέλεσαν πολιτικό κέντρο και έδρα του Κοινού των Θεσπρωτών από την ίδρυσή τους, στο δεύτερο μισό του 4ου αι. πΧ έως την κατάληψή τους από τους Ρωμαίους το 167 πΧ.Η ύπαρξη πόλης με το όνομα Γίτανα μαρτυρείται από σφραγίσματα, επιγραφές και τη φιλολογική παράδοση, ενώ ο ακριβής τύπος του ονόματος, σώζεται σε χάλκινη αφιερωματική επιγραφή από τον «Μικρό Ναό» του οικισμού.Ο αρχαίος οικισμός περιβάλλεται από ισχυρό τείχος με πολυγωνική τειχοποιία, η περίμετρος του οποίου φτάνει, τα 2.500 μέτρα.Οι οχυρώσεις ενισχύονται με ορθογώνιους πύργους στη πλευρά του βουνού Βρυσέλλα, διότι εκεί ήταν και η βατή περιοχή προς την πόλη, ενώ δυτικά και νότια, όπου υπάρχει η προστασία των ποταμιών, ακολουθούν το φυσικό ανάγλυφο, με μικρές διαδοχικές προεξοχές για αμυντικούς λόγους.Το τείχος φτάνει μέχρι την κορυφή του υψώματος της Βρυσέλλας, όπου καταλήγει σε ισχυρό πύργο με ημικυκλική πρόσοψη, ενώ ένα επιπλέον τείχος, ενίσχυε την άμυνα βόρεια στην περιοχή του θεάτρου καθώς και δυτικά.Τρεις κύριες πύλες και τρεις μικρότερες, έδιναν πρόσβαση στον οικισμό με την κεντρική είσοδο, να διαμορφώνεται στα βορειοδυτικά. Ένα εσωτερικό τείχος, μεταγενέστερο της υπόλοιπης οχύρωσης, διασχίζει από βορρά προς νότο την αρχαία πόλη, χωρίζοντάς τη σε δύο μεγάλους οικιστικούς τομείς.Ο προϊστάμενος της ΛΒ΄ Εφορίας αρχαιοτήτων αναφέρει ότι, σύμφωνα με την αρχαιολογική μελέτη και έρευνα, τα Γίτανα, διέθεταν πολεοδομική οργάνωση σε ζώνες, προσαρμοσμένη στο φυσικό επικλινές ανάγλυφο.Οι δρόμοι, συνήθως με χωμάτινο, σπανιότερα με λιθόστρωτο οδόστρωμα, είναι ευθύγραμμοι και διασταυρώνονται κάθετα μεταξύ τους, διαμορφώνοντας επιμήκεις οικοδομικές νησίδες ορθογώνιας κάτοψης, ενώ τοιχία στήριξης, εξομαλύνουν τις έντονες κλίσεις του εδάφους.Ανάλογα με το μήκος της, σε κάθε νησίδα υπήρχαν δύο ή και περισσότερα κτίρια, που χωρίζονται από μικρού πλάτους διάδρομο, τη στενωπό. Μεγαλύτερου μεγέθους κτίρια, δημόσια ή ιδιωτικά, μπορεί να καταλαμβάνουν μία ολόκληρη οικοδομική νησίδα.Με βάση τα στοιχεία που διαθέτουμε μέχρι σήμερα, επισημαίνει ο κ. Ρήγινος, ο εντός του διατειχίσματος τομέας στα δυτικά, συνολικής έκτασης 50 στρεμμάτων, φαίνεται ότι συγκεντρώνει ορισμένα από τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια του οικισμού.Ενδεικτικά, τον λεγόμενο «Μικρό Ναό» με πρόναο, σηκό και πλακοστρωμένο αύλειο χώρο και το «Κτίριο Α» που ταυτίζεται με το Πρυτανείο- Αρχείο της πόλης και διαμορφώνεται γύρω από μία κεντρική αυλή, με χώρους συμποσίων, που έφεραν ψηφιδωτά δάπεδα, αλλά και εργαστηριακούς και αποθηκευτικούς χώρους.Κτίρια με πιθανό δημόσιο χαρακτήρα, έχουν εντοπιστεί και στον ανατολικό εκτός του διατειχίσματος τομέα του οικισμού, που ονομάζεται συμβατικά «Κάτω Πόλη». Πρόκειται, για έναν χώρο, ο οποίος περιλαμβάνει μεγάλο οικοδόμημα με τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις, δίπλα ακριβώς από την οχύρωση στα νοτιανατολικά, καθώς και κτίριο με δωρική κιονοστοιχία και αρχιτεκτονικά μέλη με ανάγλυφο διάκοσμο, που βρισκόταν στο νότιο τμήμα της «Κάτω Πόλης» και δεν έχει ακόμη ερευνηθεί.Η Αγορά του οικισμού βρίσκεται σε ένα πλάτωμα βορειανατολικά του εσωτερικού τείχους και έχει τη μορφή ανοικτής πλατείας, που περιβάλλεται από επιμήκη στοά και από συγκρότημα καταστημάτων.Εξωτερικά της δυτικής οχύρωσης βρίσκεται το θέατρο του οικισμού, χωρητικότητας 4.000- 5.000 θεατών, το οποίο προοριζόταν τόσο για θεατρικές παραστάσεις όσο και για τις συγκεντρώσεις του «Κοινού των Θεσπρωτών». Η ανασκαφική έρευνα έχει αποκαλύψει μέχρι σήμερα τμήμα του κοίλου, την ορχήστρα και το μεγαλύτερο μέρος του σκηνικού οικοδομήματος. Ένας μεγάλος αριθμός λίθινων εδωλίων, φέρει στην πρόσθια πλευρά εγχάρακτες επιγραφές ονομάτων.Ο αρχαιολογικός χώρος Γιτάνων αναδείχθηκε και κατέστη επισκέψιμος με χρηματοδότηση από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ηπείρου του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και στη συνέχεια από το ΕΠ «Θεσσαλίας- Στερεάς Ελλάδας- Ηπείρου 2007-2013» του ΕΣΠΑ. Σήμερα λειτουργεί υπό την εποπτεία της ΛΒ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Θεσπρωτίας. Οικοδομημένη στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα στη νοτιοδυτική πλαγιά του όρους της Βρυσέλλας και την κοιλάδα του αρχαίου ποταμού Θύαμι (Καλαμάς), τα Γίτανα (Γιτάνη) ήταν δεύτερη χρονολογική πρωτεύουσα της αρχαίας Θεσπρωτίας μετά την Ελέα. Τα Γίτανα βρίσκονται περίπου 4 χλμ. δυτικά των Φιλιατών. Ο επισκέπτης ακολουθεί την  οδό των Φιλιατών που πάει για το Τρικόρυφο (παλιά ονομαζόταν Σπάταρι), προσπερνάει την Σπάταρι,                                                               και κατεβαίνει το βουνό της Βρυσέλλας, και πριν περάσει το Φράγμα Καλαμά  στρίβει αριστερά στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, περνάει το πρώτο γεφύρι πάνω από τον Καλαμά και έπειτα από σύντομη πορεία διακοσίων μέτρων, καταλήγει στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου.










ΦΙΛΙΑΤΕΣ
Κωμόπολη  της Θεσπρωτίας, πρωτεύουσα της πρώην επαρχίας Φιλιατών και τώρα του Δήμου Φιλιατών.  Το 1971 είχε 2.500 κατοίκους, ενώ πιο πρίν, το 1950 είχε περί τους 7.000 κατοίκους, όταν η Ηγουμενίτσα είχε το 1950 4.000 κατοίκους. Κτισμένη σε οροπέδιο σε υψόμετρο 220 μέτρα από το ύψος της θάλασσας, οι Φιλιάτες ήταν το κέντρο της επαρχίας, με σινεμά, τράπεζες, ΟΤΕ, ΔΕΗ, και Εφορία, και αποτελούσε το εμπορικό κέντρο της επαρχίας που είχε πληθυσμό το 1971 11.500 κατοίκους με έναν Δήμο, των Φιλιατών και 45 κοινότητες.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Βυζαντινός μεσαίωνας
Από τη “Notitia dignitatum utriusque imperil” μαθαίνουμε πως στις αρχές του 5ου αιώνα η  Ήπειρος υπαγόταν στη διοίκηση της Μακεδονίας και ήταν χωρισμένη στην Παλιά και Νέα  Ήπειρο και είχε για σπουδαιότερες πόλεις το Δυρράχιο η Νέα Ήπειρος και τη Νικόπολη (Πρέβεζα) η Παλιά Ήπειρος. Στα χρόνια του Ιουστινιανού, όπως αναφέρεται στο «Συνέκδημον» του Ιεροκλέους, η Παλιά εκτεινόταν από τα Ακροκεραύνια όρη μέχρι τον Αμβρακικό Κόλπο, αποτελούσε τη δωδέκατη επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και διατελούσε υπό ηγεμόνα. Πάντα με την ίδια πηγή η Νέα Ήπειρος εκτεινόταν πάνω από τα Ακροκεραύνια Όρη μέχρι την αρχαία Δαλματία, κυβερνιόταν από προκονσουλάριο.
Στον 7ο αιώνα με τη νέα διοικητική διαίρεση της βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε θέματα, όπως άλλωστε καταγράφεται αργότερα και στο Περί Θεμάτων σύγγραμμα του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου η Παλαιά και Νέα Ήπειρος  αποτέλεσαν  δύο ξεχωριστά τμήματα του Βυζαντίου – το θέμα του Δυρραχίου  και   το θέμα της Νικόπολης (Πρέβεζας), και παρέμειναν μέχρι τους χρόνους της Φραγκοκρατίας. Στο πρώτο σπουδαιότερες πόλεις εμφανίζονται  το  Δυρράχιο, τα Τίρανα, η Αχρίδα και η Πρέσπα, η Απολλωνία και τα Βαλάγρατα, ο Αυλώνας και το Ωρικό, ενώ  το δεύτερο, εκτός από τη Νικόπολη, η Χειμάρρα και το Αργυρόκαστρο, το Δέλβινο και η Δρυϊνόπολη, το Βουθρωτό, το Μέτσοβο, η Φωτική και οι Φιλιάτες, τα Γιάννενα και οι Καλαρρύτες, η Άρτα (όπως είχε μετονομαστεί η αρχαία Αμβρακία), καθώς και πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας, από την Βόνιτσα μέχρι τη Ναύπακτο και το Καρπενήσι, αφού το Θέμα επεκτεινόταν μέχρι τον Κορινθιακό.
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Από τα τέλη του 17ου αιώνα και μετά, μετά το αποτυχημένο το 1611 λαϊκό επαναστατικό κίνημα του άλλοτε επισκόπου Τρίκκης (Τρικάλων) και Λάρισας Διονύσιου, τον αποκαλούμενο και Σκυλόσοφο, από το εκκλησιαστικό κατεστημένο και τους Τούρκους, εντείνονται οι προσπάθειες εξισλαμισμού του ηπειρωτικού χώρου  και  μάλιστα με ικανοποιητικά αποτελέσματα στις περιοχές του Μαργαριτίου,  του Αυλώνα, της Παραμυθιάς και του Δέλβινου, και από την άλλη εμφανίζονται στην Ήπειρο οι πρώτες αυτόνομες περιοχές, όπως το Σούλι, και ημιαυτόνομες που διευθύνονταν από ανεξάρτητους μπέηδες, όπως το Γαρδίκι, Μαργαρίτι, Παραμυθιά, Φιλιάτες, Κονίσπολη.