Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ένας Φιλιατιώτης στη Μικρασία, μια ιστορία σαν παραμύθι



Ένας Φιλιατιώτης στη Μικρασία, μια ιστορία σαν παραμύθι

Στις 19 Μαϊου του 1919 ο Ελληνικός Στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Μαζί με τους χιλιάδες στρατιώτες και ένα Φιλιατόπουλο, ο Βαγγέλης Γεωργίου Λιανός. Έχει πάει εθελοντής, μετά από παραινέσεις του πατέρα του,  που ήθελε το ένα του παιδί να το αφιερώσει στην πατρίδα. Είχε πάει εθελοντής από τα 18 στο στρατό, και η μοίρα τον έριξε στη Μικρασία.

Στη Μικρά Ασία ζούσαν τότε 2.845.000 Έλληνες. Στη Θράκη και στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Άδανα 70.000.  Οι Έλληνες της Μικρασίας αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και κυριαρχούσαν οικονομικά είχαν δε καταφέρει να διατηρήσουν την ελληνική πολιτιστική τους κληρονομιά παρ  ότι αποτελούσαν μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον. Είχαν 2.177 σχολεία, με 177.505 μαθητές  4.596 δασκάλους καθώς και 2.232 εκκλησίες.
Σε εκείνη την εκστρατεία συμμετείχαν πολλοί συμπατριώτες αρκετοί από τους οποίους δεν γύρισαν ποτέ, αφήνοντας εκεί τα κόκκαλα τους. Στην αρχή υπερασπιζόμενοι ελληνικούς πληθυσμούς , όπως της περιοχής γκιαούρ ισμίρ, που σημαίνει άπιστη Σμύρνη όπως την αποκαλούσαν οι ίδιοι οι Τούρκοι, και αργότερα πηγαίνοντας να καταλάβουν την Άγκυρα διασχίζοντας μια ολόκληρη περιοχή που κατοικούσαν μόνο Τούρκοι.
Ο Βαγγέλης Λιανός ήταν από τους τυχερούς γιατί μετά από μια μυθιστορηματική περιπέτεια  που κράτησε πεντέμισι χρόνια, επέζησε, σαν από θαύμα, επέστρεψε στο Φιλιάτι, έζησε, και δημιούργησε. Η ιστορία αυτή μοιάζει με παραμύθι, αλλά είναι πέρα για πέρα  αληθινή.
«Πήγα, αφηγούταν ο ίδιος, από τους πρώτους στη Μικρασία. Πολεμούσαμε γενναία, και φτάσαμε μέχρι το Σαγγάριο, παρ ότι όλοι αναρωτιόμαστε για ποιους πολεμάμε εδώ πέρα.
 Τρεις φορές είχα τραυματιστεί και άλλες τόσες είχα παρασημοφορηθεί. Το καλοκαίρι του 22 τα πράγματα άλλαξαν, οι σύμμαχοι μας  πούλησαν. Οι Τούρκοι συγκρότησαν στρατό τον οποίο εκπαίδευαν Γερμανοί, άρχισαν αντεπιθέσεις κι εμείς αρχίσαμε να οπισθοχωρούμε. Ομαλά στην αρχή, κακήν κακώς αργότερα. Κρατήσαμε γερά τη Σμύρνη, αλλά δεν αντέξαμε. Τον Σεπτέμβρη του 1922 οι τούρκοι μπαίνουν στην πόλη και γίνεται χαμός και οδυρμός. Πολλούς από εμάς τους στρατιώτες μας συλλάβανε και όσους δεν μας σκοτώσανε μας εντάξανε στα τάγματα εργασίας. Δουλειά σκληρή, πείνα, δίψα, ξύλο, ξεφτιλισμός. Πολλοί δεν άντεξαν, τους έφαγε το σκοτάδι. Εγώ έζησα από θαύμα!
Μας πήγανε πορεία με τα τάγματα εργασίας στα Άδανα, και κάθε μέρα μας έβαζαν να μετριόμαστε, και τον δέκατο τον σκότωναν στο ξύλο, με γκασμάδες και ρόπαλα.   
Όταν φτάσαμε, μας έριξαν σε κάτι μπουντρούμια άθλια, χωρίς τίποτε από τα αναγκαία, με λίγο νερό και ελάχιστο φαί. Μόλις έφεγγε η μέρα, μας χώριζαν σε ομάδες και μας πήγαιναν σε αγγαρείες, χωρίς φαί και νερό, μέχρι να δύσει ο ήλιος. Άλλοι στα χωράφια, άλλοι στα ζώα, άλλοι σε άλλες δουλειές, πάντα με τη συνοδεία οπλισμένων  και άγριων τούρκων, που μας μαστίγωναν συνέχεια. Εγώ επειδή ήμουνα μαραγκός με έστελναν μαζί με άλλους  να επισκευάζουμε σπίτια, τα φτιάχναμε  για να μένουν αξιωματικοί. Μια φορά όταν δούλευα, ένας τούρκος νευρίασε, με έβρισε, και μου έριξε μια με το κοντάκι του όπλου του στο κεφάλι. Με πήραν τα αίματα, νόμισε ότι ήμουν νεκρός και με άφησε. Από τότε έμεινα κουφός.
Έτσι πέρναγαν οι μέρες και οι νύχτες, ως που μια μέρα με το που χάραξε  ήρθε στο μπουντρούμι ένας τούρκος λοχίας και πήρε εννιά από εμάς. Μας πήγε σε ένα κτήριο που ήταν το επιτελείο ενός Ταγματάρχη και μας είπε να περιμένουμε.  Την ώρα που περιμέναμε στην αυλή κουβεντιάζαμε μεταξύ μας και γνωριστήκαμε. Από τους εννιά, ο ένας ήταν από την Πλεισίβιτσα (σημερινό Πλαίσιο), ένας άλλος από την Κέρκυρα, και οι άλλοι από άλλα μέρη της Ελλάδας.  Όση ώρα ήμασταν εκεί και περιμέναμε μιλάγαμε στα αρβανίτικα  για να μην καταλαβαίνουν οι τούρκοι που έφερναν γύρω.
Μια γυναίκα που έμαθα αργότερα ότι ήταν υπηρέτρια του Ταγματάρχη άκουσε που μιλάγαμε αρβανίτικα, και πάει και του λέει.
-Κάποιοι εκεί έξω μιλάνε τη γλώσσα σου.
Στέλνει αυτός το λοχία και μας ανεβάζει όλους επάνω, στο γραφείο του.  Μας μίλησε Ελληνικά, και μας ρώτησε «ποιος μίλαγε αρβανίτικα εκεί έξω;» Του είπαμε εμείς, και ρώτησε εμένα, «και που ξέρεις εσύ τα αρβανίτικα;». Εγώ είμαι από ένα τόπο που τα μιλάνε αφέντη, του απάντησα. «Και από ποιόν τόπο είσαι εσύ ορέ» . Από την Ήπειρο αφέντη, του είπα, από την Τσαμουριά   (έτσι έλεγαν τη Θεσπρωτία τότε). Μόλις του είπα Τσαμουριά, χλόμιασε,  και με ρώτησε, «και από ποιο χωριό είσαι εσύ ορέ;» .  Από το Φιλιάτι του λέω αφέντη. Τότε μαλάκωσε και γλυκάθηκε  το πρόσωπο του. Και πως σε λένε εσένα από το Φιλιάτι, μου λέει. Βαγγέλη Λιανό του λέω. Τότε έρχεται κοντά, κολλάει το πρόσωπο του στο δικό μου, και μου λέει, «εμένα με γνωρίζεις». Όχι αφέντη του λέω, που να σε ξέρω. «Και που το ‘χες το σπίτι στο Φιλιάτι ορέ Βαγγέλη,  μου λέει.  Κάτω από του Στέρα αφέντη, λίγο παραπέρα από την Αραδιά, του λέω. «Τι λες ορέ Βαγγέλη, ήμασταν γείτονες και δεν με γνώρισες». Όχι αφέντη του λέω, δε σε γνώρισα. Άκου Βαγγέλη  μου λέει, εμείς φύγαμε από εκεί μόλις πήραν τον τόπο οι Έλληνες, και ήρθαμε στην Πόλη,  αλλά έχω σόι εκεί, τον Δερβίση  τον ξέρεις, τον έχω πρώτο ξάδερφο.  Τον ξέρω, πως  δεν τον ξέρω του λέω, και καλά μάλιστα.
 Ο Ταγματάρχης είχε συγκινηθεί, κάλεσε τον λοχία και του είπε, πάρτους αυτούς τους εννιά να πάνε χαμάμ, να τους δώσεις ρούχα και φαί και ένα κονάκι να μένουν εδώ κοντά, από δω και πέρα θα δουλεύουν για μένα. Φύγαμε από εκεί με χαρά μεγάλη, μας έσωσες αδερφέ μου έλεγε η παρέα.
Από τότε άλλαξε η ζωή η δικιά μου και της παρέας. Φύγαμε από το μπουντρούμι, πηγαίναμε και δουλεύαμε όπου μας έστελνε ο Ταγματάρχης, αλλά ανθρώπινα. Εμένα με έπαιρνε ο Ταγματάρχης και στο σπίτι του και κουβεντιάζαμε με τις ώρες. Με αγάπησε σαν συμπατριώτη και μου φέρθηκε σαν αδερφός. Ήθελε να με παντρέψει με μια δικιά του, αλλά εγώ το μυαλό  μου  το είχα στους δικούς μου στο Φιλιάτι.
Πέρναγε ο καιρός, περάσανε πεντέμισι χρόνια, με βοήθαγε ο συμπατριώτης αξιωματικός, πέρναγα πολύ καλύτερα από πρώτα, αλλά ο πόνος της πατρίδας και των δικών μου,  μου τρώγε τα  σωθικά. Είχα αποκτήσει μεγάλη φιλία και εμπιστοσύνη με τον αξιωματικό, και του λεγα πως πονάω για τον τόπο μου και θέλω να φύγω, και τον έβλεπα που στεναχωριόταν και αυτός μαζί με εμένα, καλός άνθρωπος, τι να πω.
Μια μέρα μου λέει, Βαγγέλη το πήρα απόφαση, θα κανονίσω να φύγεις, να πας στον τόπο μας. Μου φυγε το μυαλό από τη θέση του,  τον πήρα αγκαλιά και τον έσφιγγα, του φίλαγα τα χέρια. Χάρηκε με τη χαρά μου, και μου είπε να προσέχω, να μην το πω σε κανέναν, γιατί δεν θα είναι εύκολο. Του είπα και για τους άλλους, και μου είπε και γι αυτούς κάτι θα κάνω.  Θέλω μου είπε όταν πας στο Φιλιάτι να βρεις τους δικούς μου, να τους τα πεις, και να τους φιλήσεις.
Μετά από λίγες μέρες ήρθε ένα βράδυ ο λοχίας μας πήρε και με προφυλάξεις μας πήγε στο λιμάνι σε ένα Ιταλικό εμπορικό καράβι. Ο Ιταλός καπετάνιος δεν δεχόταν να μας πάρει, γιατί αν φυγάδευες αιχμαλώτους σε σκότωναν οι Τούρκοι.  Ο λοχίας ειδοποίησε τον Ταγματάρχη, και ήρθε ο ίδιος εκεί , μίλησε στον καπετάνιο, του δώσε και ένα πουγκί ασημένια μετζίτια, και τελικά  δέχτηκε να μας πάρει. Αγκαλιαστήκαμε  και φιληθήκαμε για τελευταία φορά με τον Ταγματάρχη. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ.
Το καράβι μας έβγαλε στη Νάπολι, και μετά μέσω Ερυθρού Σταυρού γυρίσαμε στην Αθήνα, και μετά στο Φιλιατι.
Όταν με είδαν στο Φιλιάτι, ζουρλάθηκαν. Με είχαν για σκοτωμένο, μου είχαν κάνει και τα τρίχρονα. Εμένα μου ήρθε η καρδιά στον τόπο της. Ήμουνα στους δικούς μου, στις αγκαλιές τους. Με έβαζαν και τους έλεγα τις ιστορίες για τη  Μικρασία  και δεν μπορούσαν να τα πιστέψουν.
Μου είπαν να πάω να κάνω τα χαρτιά για σύνταξη, που είχα κουφαθεί από τα βασανιστήρια, και να μου δώσουν τα παράσημα που είχα χάσει.
Πήγα σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο στην Αθήνα. Δεν είχα κουφαθεί τελείως,  τεράστιους θορύβους τους άκουγα.  Στο στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλευόμουνα, ενώ προχώραγα στο διάδρομο, πήγαν οι γιατροί στην άλλη άκρη του διαδρόμου και πέταξαν 10 τενεκέδες άδειους. Από τον θόρυβο γύρισα. Μου είπαν ότι τους κοροϊδεύω, και δεν μου έδωσαν σύνταξη. Νευρίασα και εγώ, σηκώθηκα και έφυγα, και δεν ζήτησα ούτε τα παράσημα.
Ο Βαγγέλης Λιανός ήταν πάντα με το κόμμα του Πλαστήρα, αλλά παρέμενε και πιστός στον Βασιλιά. Είχε και τους δυο σε τεράστιες φωτογραφίες κρεμασμένες στο μαγαζί του το μαραγκούδικο στο Φιλιάτι.




Όπως μας στάλθηκε με e-mail από συγγενή του, προστίθενται και κάποιες άλλες πληροφορίες.

Το ενα απο τα παρασημα το ειχε παρει γιατι ειχε παρει πισω απο τους Τουρκους την Σημαια της διμοιριας του που ειχε χαθει σε προηγουμενη μαχη..
 Ξεκινησε σαν εθελοντης στο εκστρατευτικο σωμα που πηγε στην Κριμαια το 1919 ,και μετα την αναγκαστικη υποχωρηση μετατεθηκε στο μετωπο της Μικρας Ασιας...Στην εκκλησια της Αγιας Τριαδας στο Φιλιάτι υπαρχει εικονα της κοιμησεως απο εκκλησια της Μικρας Ασιας με το αιμα του στις ραφες της, ταμα που ειχε κανει εαν σωζοταν απο τον πολεμο!
Και στο δεύτερο παγκόσμιο παραλίγο να εκτελεστεί